αυτοκινητοθυρίδα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αυτοκινητοθυρίδα < αυτοκίνητο + -ο- + θυρίδα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδιρυθοτηνικοτυα
αυτοκινητοθυρίδα θηλυκό
Μεταφράσεις
αυτοκινητοθυρίδα
|
|