αυτομεταμόσχευση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτομεταμόσχευση | οι | αυτομεταμοσχεύσεις |
| γενική | της | αυτομεταμόσχευσης* | των | αυτομεταμοσχεύσεων |
| αιτιατική | την | αυτομεταμόσχευση | τις | αυτομεταμοσχεύσεις |
| κλητική | αυτομεταμόσχευση | αυτομεταμοσχεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτομεταμοσχεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησυεχσοματεμοτυα
αυτομεταμόσχευση θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) ιατρική πράξη κατά την οποία ιστός ή όργανο αφαιρείται από ένα άτομο και επανατοποθετείται στο ίδιο σώμα, ώστε να αποκατασταθεί ή να βελτιωθεί η λειτουργία του
Δείτε επίσης
-
Autotransplantation στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
αυτομεταμόσχευση
Αναφορές
- ↑ αυτομεταμόσχευση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)