αυτοπαλίνδρομος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομορδνιλαποτυα
αυτοπαλίνδρομος, -ή, -ο
- (μαθηματικάΚατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά), στατιστική) που σχετίζεται με την αυτοπαλινδρόμηση ή αναφέρεται σ' αυτή
Συγγενικά
Σημειώσεις
- κυρίως έχει χρήση στο θηλυκό (λ.χ. αυτοπαλίνδρομη διαδικασία) και ιδίως στο ουδέτερο (λ.χ. αυτοπαλίνδρομα μοντέλα)
Μεταφράσεις
αυτοπαλίνδρομος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)