αυτοπειθαρχία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιχραθιεποτυα
αυτοπειθαρχία θηλυκό
- η ικανότητα ένος προσώπου να καταστέλλει τις συναισθηματικες του παρορμήσεις, έναντι της υπερίσχυσης της βούλησής του, σε σχεση με κάποιο στόχο και τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίτευξή του. Σχετίζεται με την προόδο του χαρακτήρα, καθώς είναι μια ικανότητα η οποία καλλιεργείται μέσω της άσκησής της.
Άλλες μορφές
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
αυτοπειθαρχία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)