αυτοπρομηθευτής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτοπρομηθευτής οι αυτοπρομηθευτές
      γενική του αυτοπρομηθευτή των αυτοπρομηθευτών
    αιτιατική τον αυτοπρομηθευτή τους αυτοπρομηθευτές
     κλητική αυτοπρομηθευτή αυτοπρομηθευτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοπρομηθευτής < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + προμηθευτής  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητυεθημορποτυα

αυτοπρομηθευτής αρσενικό

  • που παράγει και προμηθεύει τον εαυτό του με ένα προϊόν αντί της εξωτερικής αγοράς

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητυεθημορποτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)