αυτορυθμίζομαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτορυθμίζομαι < αυτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά) + ρυθμίζομαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμοζιμθυροτυα
αυτορυθμίζομαι (αποθετικό)Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
Άλλες μορφές
Συγγενικά
- αυτορυθμιζόμενος
- αυτορύθμιση
- αυτορυθμισμένος
- αυτορυθμιστικός
- αυτορύθμιστος
- → δείτε τις λέξεις αυτός και ρυθμίζω
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτορυθμίζομαι | αυτορυθμιζόμουν(α) | θα αυτορυθμίζομαι | να αυτορυθμίζομαι | ||
| β' ενικ. | αυτορυθμίζεσαι | αυτορυθμιζόσουν(α) | θα αυτορυθμίζεσαι | να αυτορυθμίζεσαι | (αυτορυθμίζου) | |
| γ' ενικ. | αυτορυθμίζεται | αυτορυθμιζόταν(ε) | θα αυτορυθμίζεται | να αυτορυθμίζεται | ||
| α' πληθ. | αυτορυθμιζόμαστε | αυτορυθμιζόμαστε αυτορυθμιζόμασταν |
θα αυτορυθμιζόμαστε | να αυτορυθμιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτορυθμίζεστε | αυτορυθμιζόσαστε αυτορυθμιζόσασταν |
θα αυτορυθμίζεστε | να αυτορυθμίζεστε | (αυτορυθμίζεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτορυθμίζονται | αυτορυθμίζονταν αυτορυθμιζόντουσαν |
θα αυτορυθμίζονται | να αυτορυθμίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτορυθμίστηκα | θα αυτορυθμιστώ | να αυτορυθμιστώ | αυτορυθμιστεί | ||
| β' ενικ. | αυτορυθμίστηκες | θα αυτορυθμιστείς | να αυτορυθμιστείς | αυτορυθμίσου | ||
| γ' ενικ. | αυτορυθμίστηκε | θα αυτορυθμιστεί | να αυτορυθμιστεί | |||
| α' πληθ. | αυτορυθμιστήκαμε | θα αυτορυθμιστούμε | να αυτορυθμιστούμε | |||
| β' πληθ. | αυτορυθμιστήκατε | θα αυτορυθμιστείτε | να αυτορυθμιστείτε | αυτορυθμιστείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτορυθμίστηκαν αυτορυθμιστήκαν(ε) |
θα αυτορυθμιστούν(ε) | να αυτορυθμιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτορυθμιστεί | είχα αυτορυθμιστεί | θα έχω αυτορυθμιστεί | να έχω αυτορυθμιστεί | αυτορυθμισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτορυθμιστεί | είχες αυτορυθμιστεί | θα έχεις αυτορυθμιστεί | να έχεις αυτορυθμιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτορυθμιστεί | είχε αυτορυθμιστεί | θα έχει αυτορυθμιστεί | να έχει αυτορυθμιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτορυθμιστεί | είχαμε αυτορυθμιστεί | θα έχουμε αυτορυθμιστεί | να έχουμε αυτορυθμιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτορυθμιστεί | είχατε αυτορυθμιστεί | θα έχετε αυτορυθμιστεί | να έχετε αυτορυθμιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτορυθμιστεί | είχαν αυτορυθμιστεί | θα έχουν αυτορυθμιστεί | να έχουν αυτορυθμιστεί | ||
Μεταφράσεις
αυτορυθμίζομαι
Πηγές
- αυτορρυθμίζεται - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αυτορυθμίζομαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ιαμοζιμθυροτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)