αυτοσυνειδητοποίηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοσυνειδητοποίηση | οι | αυτοσυνειδητοποιήσεις |
| γενική | της | αυτοσυνειδητοποίησης | των | αυτοσυνειδητοποιήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοσυνειδητοποίηση | τις | αυτοσυνειδητοποιήσεις |
| κλητική | αυτοσυνειδητοποίηση | αυτοσυνειδητοποιήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηιοποτηδιενυσοτυα
αυτοσυνειδητοποίηση θηλυκό
- (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) η συνειδητοποίηση του εαυτού μας και της κατάστασής του
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αυτοσυνειδητοποίηση
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα συν- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)