αυτοσχεδιαστής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτοσχεδιαστής οι αυτοσχεδιαστές
      γενική του αυτοσχεδιαστή των αυτοσχεδιαστών
    αιτιατική τον αυτοσχεδιαστή τους αυτοσχεδιαστές
     κλητική αυτοσχεδιαστή αυτοσχεδιαστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοσχεδιαστής < αρχαία ελληνική αὐτοσχεδιαστής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητσαιδεχσοτυα

αυτοσχεδιαστής αρσενικό (θηλυκό: αυτοσχεδιάστρια)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητσαιδεχσοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)