αυτοτραυματίας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | αυτοτραυματίας | οι | αυτοτραυματίες |
| γενική | του/της | αυτοτραυματία | των | αυτοτραυματιών |
| αιτιατική | τον/την | αυτοτραυματία | τους/τις | αυτοτραυματίες |
| κλητική | αυτοτραυματία | αυτοτραυματίες | ||
| Στη γενική ενικού για το θηλυκό, συχνά εκφέρεται τύπος σε -ας. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «ταμίας». | ||||
| Κατηγορία όπως «ταμίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αυτοτραυματίας < αυτο- + τραυματίας
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιταμυαρτοτυα
αυτοτραυματίας αρσενικό ή θηλυκό
- που έχει αυτοτραυματιστεί
Μεταφράσεις
αυτοτραυματίας
|
|