αυτοτροφοδοτούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοτροφοδοτούμαι < αυτο- + τροφοδοτούμαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμυοτοδοφορτοτυα
αυτοτροφοδοτούμαι
Συγγενικά
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοτροφοδοτούμαι | αυτοτροφοδοτούμουν | θα αυτοτροφοδοτούμαι | να αυτοτροφοδοτούμαι | ||
| β' ενικ. | αυτοτροφοδοτείσαι | αυτοτροφοδοτούσουν | θα αυτοτροφοδοτείσαι | να αυτοτροφοδοτείσαι | ||
| γ' ενικ. | αυτοτροφοδοτείται | αυτοτροφοδοτούνταν | θα αυτοτροφοδοτείται | να αυτοτροφοδοτείται | ||
| α' πληθ. | αυτοτροφοδοτούμαστε | αυτοτροφοδοτούμασταν αυτοτροφοδοτούμαστε |
θα αυτοτροφοδοτούμαστε | να αυτοτροφοδοτούμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοτροφοδοτείστε | αυτοτροφοδοτούσασταν αυτοτροφοδοτούσαστε |
θα αυτοτροφοδοτείστε | να αυτοτροφοδοτείστε | αυτοτροφοδοτείστε | |
| γ' πληθ. | αυτοτροφοδοτούνται | αυτοτροφοδοτούνταν | θα αυτοτροφοδοτούνται | να αυτοτροφοδοτούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοτροφοδοτήθηκα | θα αυτοτροφοδοτηθώ | να αυτοτροφοδοτηθώ | αυτοτροφοδοτηθεί | ||
| β' ενικ. | αυτοτροφοδοτήθηκες | θα αυτοτροφοδοτηθείς | να αυτοτροφοδοτηθείς | αυτοτροφοδοτήσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοτροφοδοτήθηκε | θα αυτοτροφοδοτηθεί | να αυτοτροφοδοτηθεί | |||
| α' πληθ. | αυτοτροφοδοτηθήκαμε | θα αυτοτροφοδοτηθούμε | να αυτοτροφοδοτηθούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοτροφοδοτηθήκατε | θα αυτοτροφοδοτηθείτε | να αυτοτροφοδοτηθείτε | αυτοτροφοδοτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοτροφοδοτήθηκαν αυτοτροφοδοτηθήκαν(ε) |
θα αυτοτροφοδοτηθούν(ε) | να αυτοτροφοδοτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοτροφοδοτηθεί | είχα αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχω αυτοτροφοδοτηθεί | να έχω αυτοτροφοδοτηθεί | αυτοτροφοδοτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοτροφοδοτηθεί | είχες αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχεις αυτοτροφοδοτηθεί | να έχεις αυτοτροφοδοτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοτροφοδοτηθεί | είχε αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχει αυτοτροφοδοτηθεί | να έχει αυτοτροφοδοτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοτροφοδοτηθεί | είχαμε αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχουμε αυτοτροφοδοτηθεί | να έχουμε αυτοτροφοδοτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοτροφοδοτηθεί | είχατε αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχετε αυτοτροφοδοτηθεί | να έχετε αυτοτροφοδοτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοτροφοδοτηθεί | είχαν αυτοτροφοδοτηθεί | θα έχουν αυτοτροφοδοτηθεί | να έχουν αυτοτροφοδοτηθεί | ||
Μεταφράσεις
αυτοτροφοδοτούμαι
|
|