αυτοφυλόφιλος
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.fto.fiˈlo.fi.los/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐το‐φυ‐λό‐φι‐λος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σολιφολυφοτυα
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
αυτοφυλόφιλος -η -ο
- που σχετίζεται με σεξουαλική έλξη προς τον εαυτό
- ένας αυτοφυλόφιλος άνδρας
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αυτοφυλόφιλος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σολιφολυφοτυα
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
αυτοφυλόφιλος αρσενικό
- άτομο που αισθάνεται σεξουαλική έλξη προς τον ίδιο
Συγγενικά
→ και δείτε τη λέξη φύλο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σολιφολυφοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)