αυτοχρηματοδότηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοχρηματοδότηση | οι | αυτοχρηματοδοτήσεις |
| γενική | της | αυτοχρηματοδότησης* | των | αυτοχρηματοδοτήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοχρηματοδότηση | τις | αυτοχρηματοδοτήσεις |
| κλητική | αυτοχρηματοδότηση | αυτοχρηματοδοτήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοχρηματοδοτήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.fto.xɾi.ma.toˈðo.ti.si/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐το‐χρη‐μα‐το‐δό‐τη‐ση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησητοδοταμηρχοτυα
αυτοχρηματοδότηση θηλυκό
- (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αυτοχρηματοδοτούμαι, η χρηματοδότηση μιας επιχείρησης και η άντληση κεφαλαίων από τα κέρδη της ίδιας της επιχείρησης
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αυτοχρηματοδότηση
Πηγές
- αυτοχρηματοδότηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησητοδοταμηρχοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)