αφαιμαξομετάγγιση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφαιμαξομετάγγιση οι αφαιμαξομεταγγίσεις
      γενική της αφαιμαξομετάγγισης* των αφαιμαξομεταγγίσεων
    αιτιατική την αφαιμαξομετάγγιση τις αφαιμαξομεταγγίσεις
     κλητική αφαιμαξομετάγγιση αφαιμαξομεταγγίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αφαιμαξομεταγγίσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αφαιμαξομετάγγιση < αφαίμαξη + -ο- + μετάγγιση

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησιγγατεμοξαμιαφα

αφαιμαξομετάγγιση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησιγγατεμοξαμιαφα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)