αφεντομουτσουνάρα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφεντομουτσουνάρα οι αφεντομουτσουνάρες
      γενική της αφεντομουτσουνάρας
    αιτιατική την αφεντομουτσουνάρα τις αφεντομουτσουνάρες
     κλητική αφεντομουτσουνάρα αφεντομουτσουνάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αφεντομουτσουνάρα < αφέντης + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + μουτσούν(α) + μεγεθυντικό επίθημα -άραΚατηγορία:Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -άρα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αρανυοστυομοτνεφα

αφεντομουτσουνάρα θηλυκό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αρανυοστυομοτνεφα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -άρα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σκωπτικοί όροι (νέα ελληνικά)