αφηρημένο ουσιαστικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αφηρημένο ουσιαστικό τα αφηρημένα ουσιαστικά
      γενική του αφηρημένου ουσιαστικού των αφηρημένων ουσιαστικών
    αιτιατική το αφηρημένο ουσιαστικό τα αφηρημένα ουσιαστικά
     κλητική αφηρημένο ουσιαστικό αφηρημένα ουσιαστικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αφηρημένο ουσιαστικό <  δείτε τις λέξεις αφηρημένος και ουσιαστικό

Προφορά

ΔΦΑ : /a.fi.ɾiˈme.no u.si.a.stiˈko/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτσαισυοονεμηρηφα

αφηρημένο ουσιαστικό ουδέτερο

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)