αφουρτούνιαστος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφουρτούνιαστος η αφουρτούνιαστη το αφουρτούνιαστο
      γενική του αφουρτούνιαστου της αφουρτούνιαστης του αφουρτούνιαστου
    αιτιατική τον αφουρτούνιαστο την αφουρτούνιαστη το αφουρτούνιαστο
     κλητική αφουρτούνιαστε αφουρτούνιαστη αφουρτούνιαστο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφουρτούνιαστοι οι αφουρτούνιαστες τα αφουρτούνιαστα
      γενική των αφουρτούνιαστων των αφουρτούνιαστων των αφουρτούνιαστων
    αιτιατική τους αφουρτούνιαστους τις αφουρτούνιαστες τα αφουρτούνιαστα
     κλητική αφουρτούνιαστοι αφουρτούνιαστες αφουρτούνιαστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αφουρτούνιαστος < α- στερητικόΚατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) + φουρτουνιάζω + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτσαινυοτρυοφα

αφουρτούνιαστος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά