αχνοζωγραφισμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αχνοζωγραφισμένος < αχνο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αχνο- (νέα ελληνικά) + ζωγραφισμένος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιφαργωζονχα
αχνοζωγραφισμένος, -η, -ο
- που έχει ζωγραφιστεί αχνά ή έχει καταντήσει αχνός από την πολυκαιρία
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αχνοζωγραφισμένος
|
|