αψίδα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αψίδα | οι | αψίδες |
| γενική | της | αψίδας | των | αψίδων |
| αιτιατική | την | αψίδα | τις | αψίδες |
| κλητική | αψίδα | αψίδες | ||
| Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
- αψίδα < αρχαία ελληνική ἁψίς
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδιψα
αψίδα θηλυκό
- (αρχιτεκτονική)Κατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά) η καμάρα, η κατασκευή με σχήμα καμπύλο που μοιάζει με του τόξου
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Στην αψίδα και στους κάθετους τοίχους του ιερού εικονίζονται τέσσερις ιεράρχες σε στάση τριών τετάρτων προς το κέντρο της αψίδας φορώντας μονόχρωμο, ακόσμητο φαιλόνιο (Ευθ. Ν Τσιγαρίδας, Οι τοιχογραφίες της Μονής Λατόμου Θεσσαλονίκης και η Βυζαντινή ζωγραφική του 12ου αιώνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελ. 153)
Συγγενικά
Μεταφράσεις
αψίδα
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)