αόρατο χέρι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αόρατο χέρι < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) invisible hand, έκφραση που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ, στο έργο του «Ο πλούτος των εθνών» για το αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην προώθηση της γενικής ευημερίας
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιρεχοταροα
αόρατο χέρι ουδέτερο
- (οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) η πεποίθηση ότι η δράση του καθενός για το προσωπικό του συμφέρον, προωθεί ταυτόχρονα και την ευημερία της κοινότητάς του
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αόρατο χέρι