βαγγέλιο

Νέα ελληνικά (el)

Κατηγορία:Επέκταση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βαγγέλιο τα βαγγέλια
      γενική του βαγγέλιου των βαγγέλιων
    αιτιατική το βαγγέλιο τα βαγγέλια
     κλητική βαγγέλιο βαγγέλια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βαγγέλιο < (μεσαιωνικά ελληνικά) βαγγέλιο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιλεγγαβ

βαγγέλιο ουδέτερο

 δείτε τη λέξη  ευαγγέλιο

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

Ετυμολογία

βαγγέλιο < (από αφαίρεση) εὐαγγέλιον < εὐάγγελος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)#οιλεγγαβ

βαγγέλιο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Θρησκεία (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικά Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Χριστιανισμός (μεσαιωνικά ελληνικά)