βαθμολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαθμολογικός η βαθμολογική το βαθμολογικό
      γενική του βαθμολογικού της βαθμολογικής του βαθμολογικού
    αιτιατική τον βαθμολογικό τη βαθμολογική το βαθμολογικό
     κλητική βαθμολογικέ βαθμολογική βαθμολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαθμολογικοί οι βαθμολογικές τα βαθμολογικά
      γενική των βαθμολογικών των βαθμολογικών των βαθμολογικών
    αιτιατική τους βαθμολογικούς τις βαθμολογικές τα βαθμολογικά
     κλητική βαθμολογικοί βαθμολογικές βαθμολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βαθμολογικός < βαθμολογία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολομθαβ

βαθμολογικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολομθαβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά