βαθμομετρούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
βαθμομετρούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος βαθμομετρώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | βαθμομετρούμαι | βαθμομετρούμουν | θα βαθμομετρούμαι | να βαθμομετρούμαι | ||
| β' ενικ. | βαθμομετρείσαι | βαθμομετρούσουν | θα βαθμομετρείσαι | να βαθμομετρείσαι | ||
| γ' ενικ. | βαθμομετρείται | βαθμομετρούνταν | θα βαθμομετρείται | να βαθμομετρείται | ||
| α' πληθ. | βαθμομετρούμαστε | βαθμομετρούμασταν βαθμομετρούμαστε |
θα βαθμομετρούμαστε | να βαθμομετρούμαστε | ||
| β' πληθ. | βαθμομετρείστε | βαθμομετρούσασταν βαθμομετρούσαστε |
θα βαθμομετρείστε | να βαθμομετρείστε | βαθμομετρείστε | |
| γ' πληθ. | βαθμομετρούνται | βαθμομετρούνταν | θα βαθμομετρούνται | να βαθμομετρούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | βαθμομετρήθηκα | θα βαθμομετρηθώ | να βαθμομετρηθώ | βαθμομετρηθεί | ||
| β' ενικ. | βαθμομετρήθηκες | θα βαθμομετρηθείς | να βαθμομετρηθείς | βαθμομετρήσου | ||
| γ' ενικ. | βαθμομετρήθηκε | θα βαθμομετρηθεί | να βαθμομετρηθεί | |||
| α' πληθ. | βαθμομετρηθήκαμε | θα βαθμομετρηθούμε | να βαθμομετρηθούμε | |||
| β' πληθ. | βαθμομετρηθήκατε | θα βαθμομετρηθείτε | να βαθμομετρηθείτε | βαθμομετρηθείτε | ||
| γ' πληθ. | βαθμομετρήθηκαν βαθμομετρηθήκαν(ε) |
θα βαθμομετρηθούν(ε) | να βαθμομετρηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω βαθμομετρηθεί | είχα βαθμομετρηθεί | θα έχω βαθμομετρηθεί | να έχω βαθμομετρηθεί | βαθμομετρημένος | |
| β' ενικ. | έχεις βαθμομετρηθεί | είχες βαθμομετρηθεί | θα έχεις βαθμομετρηθεί | να έχεις βαθμομετρηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει βαθμομετρηθεί | είχε βαθμομετρηθεί | θα έχει βαθμομετρηθεί | να έχει βαθμομετρηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε βαθμομετρηθεί | είχαμε βαθμομετρηθεί | θα έχουμε βαθμομετρηθεί | να έχουμε βαθμομετρηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε βαθμομετρηθεί | είχατε βαθμομετρηθεί | θα έχετε βαθμομετρηθεί | να έχετε βαθμομετρηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν βαθμομετρηθεί | είχαν βαθμομετρηθεί | θα έχουν βαθμομετρηθεί | να έχουν βαθμομετρηθεί | ||
Μεταφράσεις
βαθμομετρούμαι
|
|