βαθμός αξιοπιστίας

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

βαθμός αξιοπιστίας <  δείτε τις λέξεις βαθμός και αξιοπιστία

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιτσιποιξασομθαβ

βαθμός αξιοπιστίας αρσενικό

  1. (στατιστική): μέτρο επαλήθευσης έρευνας, δημοσιεύματος κ.λπ.
  2. (μηχανολογία)Κατηγορία:Μηχανολογία (νέα ελληνικά): μέτρο ελέγχου ανταπόκρισης ενός προϊόντος π.χ. εργαλείου, μηχανής κ.λπ. του σκοπού του
  3. (κατασκοπεία): μέτρο ελέγχου διασταύρωσης μιας πληροφορίας από ανώτερα κλιμάκια συλλογής πληροφοριών

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαιτσιποιξασομθαβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Μηχανολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)