βαθμός βαρηκοΐας
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιοκηραβσομθαβ
βαθμός βαρηκοΐας αρσενικό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά): ουσιαστικά μονάδα μέτρησης απώλειας ακοής που διακρίνεται σε ήπια, μέτρια και σοβαρή
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
βαθμός βαρηκοΐας
|
|