βαθμός βαρηκοΐας

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

βαθμός βαρηκοΐας: <  δείτε τις λέξεις βαθμός και βαρηκοΐα

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαιοκηραβσομθαβ

βαθμός βαρηκοΐας αρσενικό

  1. (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά): ουσιαστικά μονάδα μέτρησης απώλειας ακοής που διακρίνεται σε ήπια, μέτρια και σοβαρή

Συνώνυμα

  1. βαθμός κώφωσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαιοκηραβσομθαβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)