βακουφικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βακουφικός η βακουφική το βακουφικό
      γενική του βακουφικού της βακουφικής του βακουφικού
    αιτιατική τον βακουφικό τη βακουφική το βακουφικό
     κλητική βακουφικέ βακουφική βακουφικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βακουφικοί οι βακουφικές τα βακουφικά
      γενική των βακουφικών των βακουφικών των βακουφικών
    αιτιατική τους βακουφικούς τις βακουφικές τα βακουφικά
     κλητική βακουφικοί βακουφικές βακουφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βακουφικός < βακούφ(ι) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιφυοκαβ

βακουφικός, -ή, -ό

  • που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιφυοκαβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά