βακουφικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βακουφικός < βακούφ(ι) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιφυοκαβ
βακουφικός, -ή, -ό
- που ανήκει σε βακούφι ή αναφέρεται σ' αυτό
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
βακουφικός
|