βαμβακαποθήκη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βαμβακαποθήκη < βαμβακ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βαμβακ- (νέα ελληνικά) + αποθήκη
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκηθοπακαβμαβ
βαμβακαποθήκη θηλυκό
- χώρος αποθήκευσης του βαμβακιού
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
βαμβακαποθήκη
|
|