βαμβακοσυλλέκτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βαμβακοσυλλέκτης οι βαμβακοσυλλέκτες
      γενική του βαμβακοσυλλέκτη των βαμβακοσυλλεκτών
    αιτιατική τον βαμβακοσυλλέκτη τους βαμβακοσυλλέκτες
     κλητική βαμβακοσυλλέκτη βαμβακοσυλλέκτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βαμβακοσυλλέκτης < βαμβακο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βαμβακο- (νέα ελληνικά) + συλλέκτης

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητκελλυσοκαβμαβ

βαμβακοσυλλέκτης αρσενικό (θηλυκό βαμβακοσυλλέκτρια)

  1. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) εργάτης που δουλεύει στη συλλογή του βαμβακιού
  2. όχημα-μηχάνημα για τη συλλογή του βαμβακιού

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητκελλυσοκαβμαβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βαμβακο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)