βεβαπτισμένος
Αρχαία ελληνικά (grc)
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμσιτπαβεβ
βεβαπτισμένος, -η, -ον
- μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου του ρήματος βαπτίζω: (νέα ελληνικά: βαφτισμένος Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιτπαβεβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά
Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)