βενζανθρακένιο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βενζανθρακένιο | τα | βενζανθρακένια |
| γενική | του | βενζανθρακένιου & βενζανθρακενίου |
των | βενζανθρακένιων & βενζανθρακενίων |
| αιτιατική | το | βενζανθρακένιο | τα | βενζανθρακένια |
| κλητική | βενζανθρακένιο | βενζανθρακένια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- βενζανθρακένιο < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) benzanthracene < γερμανική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Benzoesäure (< αραβική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά) جاوي) + αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἄνθραξ
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οινεκαρθναζνεβ
βενζανθρακένιο ουδέτερο
- (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά) αρωματικός υδρογονάνθρακας με τέσσερις συγχωνευμένους δακτυλίους, που ανήκει στις πολυκυκλικές αρωματικές ενώσεις και σχηματίζεται κυρίως κατά την ατελή καύση οργανικών υλών, θεωρείται τοξική και δυνητικά καρκινογόνος ουσία
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις βενζίνη και ανθρακένιο
Δείτε επίσης
-
Benz(a)anthracene στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
βενζανθρακένιο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)