βενζυλική αλκοόλη
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βενζυλική αλκοόλη < → δείτε τις λέξεις βενζυλικός και αλκοόλη (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) benzyl alcohol)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηλοοκλαηκιλυζνεβ
βενζυλική αλκοόλη θηλυκό
- (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά) άχρωμο, ελαφρώς αρωματικό υγρό, που χρησιμοποιείται ως διαλύτης, συντηρητικό ή ενδιάμεση ουσία στη φαρμακευτική, στην αρωματοποιία και στη χημική βιομηχανία
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
βενζυλική αλκοόλη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)