βιβλιοδετείο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βιβλιοδετείο τα βιβλιοδετεία
      γενική του βιβλιοδετείου των βιβλιοδετείων
    αιτιατική το βιβλιοδετείο τα βιβλιοδετεία
     κλητική βιβλιοδετείο βιβλιοδετεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βιβλιοδετείο < βιβλιοδέτης

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιετεδοιλβιβ

βιβλιοδετείο ουδέτερο

  • το εργαστήριο ή ο βιοτεχνικός, βιομηχανικός χώρος όπου γίνονται βιβλιοδεσίες

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιετεδοιλβιβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)