βιβλιοκλόπος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η βιβλιοκλόπος οι βιβλιοκλόποι
      γενική του/της βιβλιοκλόπου των βιβλιοκλόπων
    αιτιατική τον/τη βιβλιοκλόπο τους/τις βιβλιοκλόπους
     κλητική βιβλιοκλόπε βιβλιοκλόποι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βιβλιοκλόπος < βιβλιο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βιβλιο- (νέα ελληνικά) + -κλόποςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κλόπος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοπολκοιλβιβ

βιβλιοκλόπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που κλέβει βιβλία
  2. που παρουσιάζει ως δικά του συγγραφικά έργα, βιβλία που έχουν συγγράψει ή επιμεληθεί άλλοι
  3. που παράνομα ανατυπώνει και εμπορεύεται βιβλία
     συνώνυμα: βιβλιοκάπηλος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κλόπος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βιβλιο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)