βιοενεργειακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βιοενεργειακός η βιοενεργειακή το βιοενεργειακό
      γενική του βιοενεργειακού της βιοενεργειακής του βιοενεργειακού
    αιτιατική τον βιοενεργειακό τη βιοενεργειακή το βιοενεργειακό
     κλητική βιοενεργειακέ βιοενεργειακή βιοενεργειακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βιοενεργειακοί οι βιοενεργειακές τα βιοενεργειακά
      γενική των βιοενεργειακών των βιοενεργειακών των βιοενεργειακών
    αιτιατική τους βιοενεργειακούς τις βιοενεργειακές τα βιοενεργειακά
     κλητική βιοενεργειακοί βιοενεργειακές βιοενεργειακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βιοενεργειακός < βιοενέργεια + -ακόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) bioenergetic)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιεγρενεοιβ

βιοενεργειακός

  1. (οικολογίαΚατηγορία:Οικολογία (νέα ελληνικά), βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)) που σχετίζεται με την αξιοποίηση βιομάζας και άλλων οργανικών πόρων για την παραγωγή ενέργειας
  2. που αφορά τεχνικές ή πρακτικές οι οποίες βασίζονται στην έννοια της «ζωτικής ενέργειας» του σώματος για σκοπούς ευεξίας

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)