βιοεπιστήμη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ημητσιπεοιβ
βιοεπιστήμη θηλυκό
- (επιστήμηΚατηγορία:Επιστήμες (νέα ελληνικά), βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)) ο επιστημονικός κλάδος που μελετά τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της, από τα μόρια και τα κύτταρα έως τα οικοσυστήματα
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Σημειώσεις
- συνήθως στον πληθυντικό: βιοεπιστήμες
Μεταφράσεις
βιοεπιστήμη
Πηγές
- βιοεπιστήμη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ημητσιπεοιβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επιστήμες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βιο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)