βιοηλεκτρισμός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βιοηλεκτρισμός οι βιοηλεκτρισμοί
      γενική του βιοηλεκτρισμού των βιοηλεκτρισμών
    αιτιατική τον βιοηλεκτρισμό τους βιοηλεκτρισμούς
     κλητική βιοηλεκτρισμέ βιοηλεκτρισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βιοηλεκτρισμός < βιο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βιο- (νέα ελληνικά) + ηλεκτρισμός

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιρτκεληοιβ

βιοηλεκτρισμός αρσενικό (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)

  1. (βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά), φυσικήΚατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)) ηλεκτρικά σήματα ή κύκλωμα που δημιουργείται σ' έναν οργανισμό (όπως στους νευρώνες, τους μυς κ.α.)
  2. η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε μονάδες βιολογικού καθαρισμού

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομσιρτκεληοιβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βιο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)