βιολογικό φύλο
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
βιολογικό φύλο < → δείτε τις λέξεις βιολογικός και φύλο
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ολυφοκιγολοιβ
βιολογικό φύλο
- (κοινωνιολογία)Κατηγορία:Κοινωνιολογία (νέα ελληνικά) όρος που αναφέρεται στα ανατομικά και γενετικά χαρακτηριστικά του ατόμου κατά αντιδιαστολή προς το κοινωνικό φύλο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Ο Θανάσης λ.χ., το πρόσωπο με το ανδρικό βιολογικό φύλο, φαίνεται από ορισμένες απόψεις, να λειτουργεί σαν να είχε το γυναικείο κοινωνικό φύλο, σε αντιδιαμετρική, βεβαίως, αντίθεση προς τη Μαρία, η οποία ενεργεί σαν να είχε το ανδρικό κοινωνικό φύλο. (Γιώργος Π. Πεφάνης, Φαντάσματα του θεάτρου, Σκηνές της θεωρίας ΙΙΙ, εκδ. Παπαζήσης, 2023)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
βιολογικό φύλο
|
|