βιοψυχοκοινωνικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βιοψυχοκοινωνικός η βιοψυχοκοινωνική το βιοψυχοκοινωνικό
      γενική του βιοψυχοκοινωνικού της βιοψυχοκοινωνικής του βιοψυχοκοινωνικού
    αιτιατική τον βιοψυχοκοινωνικό τη βιοψυχοκοινωνική το βιοψυχοκοινωνικό
     κλητική βιοψυχοκοινωνικέ βιοψυχοκοινωνική βιοψυχοκοινωνικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βιοψυχοκοινωνικοί οι βιοψυχοκοινωνικές τα βιοψυχοκοινωνικά
      γενική των βιοψυχοκοινωνικών των βιοψυχοκοινωνικών των βιοψυχοκοινωνικών
    αιτιατική τους βιοψυχοκοινωνικούς τις βιοψυχοκοινωνικές τα βιοψυχοκοινωνικά
     κλητική βιοψυχοκοινωνικοί βιοψυχοκοινωνικές βιοψυχοκοινωνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βιοψυχοκοινωνικός < βιο- + ψυχοκοινωνικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκινωνιοκοχυψοιβ

βιοψυχοκοινωνικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκινωνιοκοχυψοιβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)