βλέποντας και κάνοντας
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατνονακιακσατνοπελβ
βλέποντας και κάνοντας
- προσπαθώντας να πετύχω κάτι σε περιορισμένο χρονικό διάστημα και με περιορισμένα μέσα, εκτιμώ την κατάσταση ('βλέποντας') και πράττω αναλόγως ('κάνοντας') Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σατνονακιακσατνοπελβ