βλαβοληπτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλαβοληπτικός η βλαβοληπτική το βλαβοληπτικό
      γενική του βλαβοληπτικού της βλαβοληπτικής του βλαβοληπτικού
    αιτιατική τον βλαβοληπτικό τη βλαβοληπτική το βλαβοληπτικό
     κλητική βλαβοληπτικέ βλαβοληπτική βλαβοληπτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλαβοληπτικοί οι βλαβοληπτικές τα βλαβοληπτικά
      γενική των βλαβοληπτικών των βλαβοληπτικών των βλαβοληπτικών
    αιτιατική τους βλαβοληπτικούς τις βλαβοληπτικές τα βλαβοληπτικά
     κλητική βλαβοληπτικοί βλαβοληπτικές βλαβοληπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βλαβοληπτικός < βλαβοληψία + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτπηλοβαλβ

βλαβοληπτικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά