βλεννογονεκτομή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βλεννογονεκτομή < βλεννογόνος + εκτομή, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) mucosectomy
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ημοτκενογοννελβ
βλεννογονεκτομή θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) (ενδοσκοπική) χειρουργική επέμβαση με την οποία αφαιρείται παθολογικό υλικό που φέρει την δυσπλασία ή τον πρώιμο καρκίνο
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ημοτκενογοννελβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)