βλεφαριδοφόρος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλεφαριδοφόρος η βλεφαριδοφόρα το βλεφαριδοφόρο
      γενική του βλεφαριδοφόρου της βλεφαριδοφόρας του βλεφαριδοφόρου
    αιτιατική τον βλεφαριδοφόρο τη βλεφαριδοφόρα το βλεφαριδοφόρο
     κλητική βλεφαριδοφόρε βλεφαριδοφόρα βλεφαριδοφόρο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλεφαριδοφόροι οι βλεφαριδοφόρες τα βλεφαριδοφόρα
      γενική των βλεφαριδοφόρων των βλεφαριδοφόρων των βλεφαριδοφόρων
    αιτιατική τους βλεφαριδοφόρους τις βλεφαριδοφόρες τα βλεφαριδοφόρα
     κλητική βλεφαριδοφόροι βλεφαριδοφόρες βλεφαριδοφόρα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βλεφαριδοφόρος < βλεφαρίδ(ες) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -φόροςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά) < φέρω

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροφοδιραφελβ

βλεφαριδοφόρος, -ος/-α, -ο

  1. αυτός που φέρει βλεφαρίδες
  2. (ζωολογία)Κατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά) διακριτό στοιχείο του ζωικού βασιλείου

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοροφοδιραφελβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά