βολφραμιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βολφραμιούχος η βολφραμιούχα το βολφραμιούχο
      γενική του βολφραμιούχου της βολφραμιούχας του βολφραμιούχου
    αιτιατική τον βολφραμιούχο τη βολφραμιούχα το βολφραμιούχο
     κλητική βολφραμιούχε βολφραμιούχα βολφραμιούχο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βολφραμιούχοι οι βολφραμιούχες τα βολφραμιούχα
      γενική των βολφραμιούχων των βολφραμιούχων των βολφραμιούχων
    αιτιατική τους βολφραμιούχους τις βολφραμιούχες τα βολφραμιούχα
     κλητική βολφραμιούχοι βολφραμιούχες βολφραμιούχα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βολφραμιούχος < βολφράμιο + -ούχος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιμαρφλοβ

βολφραμιούχος, -α, -ο

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοιμαρφλοβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)