βουρβουλακίδα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βουρβουλακίδα οι βουρβουλακίδες
      γενική της βουρβουλακίδας των βουρβουλακίδων
    αιτιατική τη βουρβουλακίδα τις βουρβουλακίδες
     κλητική βουρβουλακίδα βουρβουλακίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αδικαλυοβρυοβ

βουρβουλακίδα θηλυκό

Συγγενικά

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αδικαλυοβρυοβ Κατηγορία:Κρητική διάλεκτος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κρητική διάλεκτος Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)