βουργράβος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βουργράβος < (άμεσο δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Burggraf (Βurg: κάστρο ή οχυρωμένη πόλη + Graf: κόμης) με προσαρμογή στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής γλώσσας· κυριολεκτικά: ο κόμης του φρουρίου[1] (ίσως μέσω της γαλλικής burgrave) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοβαργρυοβ
βουργράβος αρσενικό
- (ιστορία)Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά) μεσαιωνικό γερμανικό αξίωμα και τίτλος ευγενείας για άρχοντα ενός κάστρου, εκπρόσωπο του ηγεμόνα, με διοικητικές, δικαστικές και στρατιωτικές εξουσίες σε μια περιοχή που του δινόταν ως φέουδο
Σημειώσεις
- η θέση του βουργράβου στην ιεραρχία των ευγενών ήταν αντίστοιχη των περιφερειακών κομήτων και χωροδεσποτών ή των λανδγράβων[2]
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Αναφορές
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοβαργρυοβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιστορία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)