βραχοκιρκίνεζο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βραχοκιρκίνεζο τα βραχοκιρκίνεζα
      γενική του βραχοκιρκίνεζου των βραχοκιρκίνεζων
    αιτιατική το βραχοκιρκίνεζο τα βραχοκιρκίνεζα
     κλητική βραχοκιρκίνεζο βραχοκιρκίνεζα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βραχοκιρκίνεζο < βράχο(ς) + κιρκινέζ(ι) + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οζενικρικοχαρβ

βραχοκιρκίνεζο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οζενικρικοχαρβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)