βραχωνύμιο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βραχωνύμιο | τα | βραχωνύμια |
| γενική | του | βραχωνύμιου & βραχωνυμίου |
των | βραχωνύμιων & βραχωνυμίων |
| αιτιατική | το | βραχωνύμιο | τα | βραχωνύμια |
| κλητική | βραχωνύμιο | βραχωνύμια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- βραχωνύμιο < βράχος + -ωνύμιοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ωνύμιο (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιμυνωχαρβ
βραχωνύμιο ουδέτερο
Μεταφράσεις
βραχωνύμιο
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ωνύμιο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)