γαιανθρακοφόρος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ος -ος -ο & -α' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζημιογόνος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- γαιανθρακοφόρος < γαιάνθρακας + -φόρος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοροφοκαρθναιαγ
γαιανθρακοφόρος
- που φέρει στο έδαφος γαιάνθρακες (για περιοχή συνήθως)
Συγγενικά
Μεταφράσεις
γαιανθρακοφόρος