γαιανθρακωρυχείο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- γαιανθρακωρυχείο < γαιάνθρακας + ορυχείο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιεχυρωκαρθναιαγ
γαιανθρακωρυχείο ουδέτερο
- ορυχείο που βγάζει γαιάνθρακες
Μεταφράσεις
γαιανθρακωρυχείο
|
|