γαλακτοειδής
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γαλακτοειδής | η | γαλακτοειδής | το | γαλακτοειδές |
| γενική | του | γαλακτοειδούς* | της | γαλακτοειδούς | του | γαλακτοειδούς |
| αιτιατική | τον | γαλακτοειδή | τη | γαλακτοειδή | το | γαλακτοειδές |
| κλητική | γαλακτοειδή(ς) | γαλακτοειδής | γαλακτοειδές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γαλακτοειδείς | οι | γαλακτοειδείς | τα | γαλακτοειδή |
| γενική | των | γαλακτοειδών | των | γαλακτοειδών | των | γαλακτοειδών |
| αιτιατική | τους | γαλακτοειδείς | τις | γαλακτοειδείς | τα | γαλακτοειδή |
| κλητική | γαλακτοειδείς | γαλακτοειδείς | γαλακτοειδή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία el
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηδιεοτκαλαγ
- που χρωματικά ή γευστικά μοιάζει με γάλα
- Το αβοκάντο είναι γαλακτοειδές γευστικά.
- που σχηματικά μοιάζει με γαλαξία
- Η γαλακτοειδής μορφή της κηλίδας ανάγκασε τον αστρονόμο να την παρατηρήσει με ισχυρότερο-αναλυτικότερο τηλεσκόπιο. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηδιεοτκαλαγ