γαλακτομπούρεκο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαλακτομπούρεκο τα γαλακτομπούρεκα
      γενική του γαλακτομπούρεκου των γαλακτομπούρεκων
    αιτιατική το γαλακτομπούρεκο τα γαλακτομπούρεκα
     κλητική γαλακτομπούρεκο γαλακτομπούρεκα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαλακτομπούρεκο < (νόθο σύνθετο) γάλα + μπουρέκ(ι) + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /ɣa.la.ktoˈbu.ɾe.ko/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαλακτομπούρεκο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκερυοπμοτκαλαγ

τρία κομμάτια γαλακτομπούρεκο

γαλακτομπούρεκο ουδέτερο

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)